διαμῶ

διαμάω
to cut through
pres imperat mp 2nd sg
διαμάω
to cut through
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
διαμάω
to cut through
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
διαμάω
to cut through
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
διαμάω
to cut through
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic)
διαμάω
to cut through
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αμάρα — I (amara). Επιστημονική ονομασία γένους κολεοπτέρων εντόμων της οικογένειας των καραβιδών. Ζουν σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, πάνω σε διάφορα φυτά. Είναι πολύ μικρά σε μέγεθος και έχουν ελλειψοειδές σώμα, με δύο νηματοειδείς κεραίες στο κεφάλι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.